Η ΟΜΟΙΟΠΑΘΗΤΙΚΗ ΩΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

V.M. Zakharenkoff, Πρόεδρος του Επαγγελματικού Συλλόγου Ομοιοπαθητικών Ιατρών της Ρωσίας

Όποιο και να είναι το σύστημα γνώσεων μπορεί να παρουσιαστεί :

α) ως σύστημα περιγραφής  ξεχωριστών παρατηρήσεων και πειραματικών δεδομένων που είναι ανεξάρτητα μεταξύ τους ή

β) ως ολοκληρωμένο επιστημονικό σύστημα που αντιστοιχεί πλήρως στους κανόνες της επιστημονικής μεθοδολογίας.

Στην πρώτη περίπτωση περιγράφεται στον αρχάριο σπουδαστή  σαν ξεχωριστή εφαρμοσμένη μεθοδολογία επιλογής ομοιοπαθητικού φαρμάκου η αναλογία, χωρίς διευκρίνηση των ενδείξεων και αντενδείξεων της χρήσης του φαρμάκου αυτού στην κλινική πρακτική και του παρουσιάζεται ως μεθοδολογία ομοιοπαθητικής. Σε αυτήν τη περίπτωση διδάσκουν τους σπουδαστές με τη λεγόμενη «αποκομμένη παθογένεση» των ομοιοπαθητικών φαρμάκων. Αλλά τίποτε δε λένε για τους κανόνες επιλογής συμπτωμάτων και παρουσιάζουν κλινικά περιστατικά τα οποία αποδεικνύουν την υποτιθέμενη θεραπευτική αξία της προσφερόμενης μεθοδολογίας. Τέτοια προσφορά υλικού σπουδών απευθύνεται στους αδιάβαστους γιατρούς που έχουν επιφανειακή γνώση της κλινικής πράξης και δεν έχουν γνωρίσει τη βάση της επιστημονικής μεθοδολογίας. Αυτοί οι γιατροί σαν «απόδειξη» αντιλαμβάνονται σοβαρά την εξαφάνιση των δευτεροπαθών αντιρροπιστικών συμπτωμάτων. Μόνος του ο «δάσκαλος» δε μπορεί ακριβώς να πει ποια συμπτώματα θα εξαφανιστούν σαν αποτέλεσμα της θεραπείας και προσπαθεί να μην απαντάει στην ερώτηση «ποια αρρώστια θεραπεύει», γιατί από τη γενική μέθοδο διάγνωσης κάνουν απλοποίηση παίρνοντας ένα μέρος μόνο από τη μέθοδο. Αυτο οδηγεί στον εμπειρισμό και έτσι η επιλογή του σωστού ομοιοπαθητικού φαρμάκου γίνεται τυχαία.

Η απόδειξη της θερααπευτικής αξίας της οποιαδήποτε εφαρμοσμένης μεθόδου είναι η εξαφάνιση όλων των συμπτωμάτων της νοσολογικής μονάδας στην εκ των προτέρων  προβλεπόμενη σειρά, γιατί μόνο σε αυτήν την περίπτωση η εφαρμοσμένη θεραπευτική μέθοδος είναι δικαιολογημένη, αποδεδειγμένη και είναι κατάλληλη για χρήση στην κλινική πρακτική. Στην αντίθετη περίπτωση ο γιατρός κάνει πείραμα με τον  ασθενή και αυτό δεν είναι πρέπον  ούτε από ηθική ούτε από νομική πλευρά. Ο ιατρός και οποιοσδήποτε άλλος ειδικός πρέπει στην καθημερινή τους δραστηριότητα να οδηγείται από συγκεκριμένους βασικούς κανόνες που αντικατοπτρίζουν τους θεμελιώδεις νόμουςτης φύσης, ανεξάρτητα εάν τους ξέρει ή δεν τους ξέρει: «Οι γιατροί συνήθως  δεν έχουν ιδέα  ποιους κανόνες χρησιμοποιούν αλλά αυτό δε σημαίνει ότι αυτούς τους κανόνες μπορούν να τους αγνοήσουν και να σκέφτονται όχι σε συμφωνία αλλά σε αντίθεση με αυτούς»(23).  Μόνο η γνώση της επιστημονικής μεθοδολογίας επιτρέπει στο γιατρό συνειδητά να χρησιμοποιεί γνώσεις που αποκτά κατά τη διάρκεια των σπουδών στην κλινική πρακτική.

Επομένως  όταν η ομοιοπαθητική παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο αποδεδειγμένο και αιτιολογημένο θεραπευτικό σύστημα ο γιατρός σπουδάζει όχι ξεχωριστά την εφαρμοσμένη μέθοδο αλλά τη μέθοδο ομοιοπαθητικής η οποια θεωρείται ως ξεχωριστή μέθοδος της επιστήμης της ιατρικής. Μόνο γνώσεις που παρουσιάζονται ως ολοκληρωμένο επιστημονικό σύστημα επιτρέπουν να έχεις εκ των προτέρων προβλεπόμενα αποτελέσματα και αυτό είναι απαραίτητος όρος της πρακτικής δραστηριότητας του ιατρού. Μόνον ο γιατρός που έχει συγκεκριμένο επίπεδο της βασικής κλινικής εκπαίδευσης, που επιτρέπει να κάνει σωστά διάγνωση και αυτός που γνωρίζει τους κανόνες της επιστημονικής μεθοδολογίας μπορεί να αντιλαμβάνεται και να χρησιμοποιεί αποδοτικά στην κλινική πρακτική την ληφθείσα μορφή γνώσης αυτού του είδους. Αν το επίπεδο της βασικής κλινικής του εκπαίδευσης δεν είναι επαρκές και εάν δε γνωρίζει τους βασικούς κανόνες της επιστημονικής μεθοδολογίας ο γιατρός δεν είναι ικανός να κάνει σωστά διάγνωση και δεν μπορεί να χρησιμοποιεί στην κλινική πρακτική την ληφθείσα στη διαδικασία  των σπουδών γνώση.

Από τη θέση της επιστημονικής μεθοδολογίας τα επιστημονικά συστήματα διαφέρουν το ένα από το άλλο μόνο από το αντικείμενο της μελέτης. Αντικείμενο της μελέτης της επιστήμης της ιατρικής είναι η παθολογική κατάσταση. Ο μόνος και ύψιστος σκοπός ιατρού της οποιασδήποτε θεραπευτικής σχολής είναι η αναγνώριση και εξάλειψη της παθολογικής κατάστασης που έχει ο ασθενής. Εξωτερικά, όποια και να είναι η παθολογική κατάσταση,  εκδηλώνεται με συγκεκριμένο σύμπλεγμα συμπτωμάτων, που περιγράφεται στην ιατρική ως ιδαίτερη  νοσολογική οντότητα που έχει το δικό της όνομα. Ο γιατρός είναι υποχρεωμένος να το αναγνωρίσει  και να ταυτοποιήσει αυτή την παθολογική κατάσταση που έχει ο ασθενής δηλαδή να κάνει σωστή διάγνωση. Αν ο ιατρός δεν καταφέρει να ταυτοποιήσει τη παθολογική κατάσταση τότε δε θα έχει τα αντικειμενικά κριτήρια για επιλογή της θεραπευτικής μεθόδου. Αυτή η βασική και μόνο υποχρέωση του γιατρού περιγράφεται στην παρ.1 του οργάνου «Υψηλότερη και μοναδική αποστολή του γιατρού είναι να επαναφέρει την υγεία σε αρρώστους, αυτό που ονομάζεται θεραπεία».

Η υπάρχουσα παθολογική κατάσταση στις συγκεκριμένες περιπτώσεις εξαφανίζεται όταν εμφανίζεται ποιοτικά καινούρια, πιο βαριά παθολογική κατάσταση εξαιτίας της προσθήκης τεχνητής φαρμακευτικής αρρώστιας και οι αδιάβαστοι γιατροί στις περιπτώσεις αυτές  θεωρούν ως ανάρρωση την προσωρινή εξαφάνιση μερικών δευτερευόντων αντιρροπιστικών συμπτωμάτων. Αλλά σε τέτοια περίπτωση η παθολογική κατάσταση πάντα επιβαρύνεται και αναμφισβήτητη απόδειξη είναι η εκδήλωση μετά από κάποιο χρονικό διάστημα των « εξαφανισμένων» συμπτωμάτων σε πιο βαριά μορφή. Στην παρ.2 του Οργάνου διευκρινίζει ο Χάνεμαν τι θεωρείται αληθής ίαση: «Το ύψιστο ιδανικό της θεραπείας είναι η ταχεία, ήπια, μόνιμη αποκατάσταση της υγείας, η άρση και εξολόθρευση της αρρώστιας σε όλη της την έκταση με το συντομότατο, ασφαλέστατο και αβλαβέστατο τρόπο, σύμφωνα με αρχές που κατανοούνται σαφώς».

Σύμφωνα με το θεμελιώδη κανόνα της ιατρικής για την ολότητα του οργανισμού, με τη σωστή θεραπεία πρέπει να εξαφανίζονται απαραίτητα όλα τα συμπτώματα της παθολογικής κατάστασης αλλά όχι οι μεμονωμένες εκδηλώσεις της αρρώστιας. Αυτός ο κανόνας της ολότητας του οργανισμού είναι στη βάση ολόκληρης της κλινικής ιατρικής – μόνο με την εξαφάνιση όλων των συμπτωμάτων της παθολογικής κατάστασης η χρησιμοποιούμενη θεραπευτική μέθοδος θεωρείται αποτελεσματική και μπορεί να χρησιμοποιείται στην κλινική πρακτική. Στην αντίθετη περίπτωση ο γιατρός μόνο προσωρινά καταπιέζει μεμονωμένες εξωτερικές εκδηλώσεις παθολογικής κατάστασης και έτσι επιβαρύνει τη βασική αρρώστια εξαιτίας της προσθήκης τεχνητά προκαλούμενης φαρμακευτικής νόσου.

Η ομοιοπαθητική σαν μέρος της επιστήμης της ιατρικής μελετάει 2 ομάδες φαινομένων:

α) την φυσική παθολογική κατάσταση που παρατηρείται στην κλινική πρακτική και

β) την τεχνητή παθολογική κατάσταση που προκαλείται με τη δράση των θεραπευτικών ουσιών στον υγιή οργανισμό (proving).

Τη σχέση μεταξύ των δυο αυτών φαινομένων περιγράφει ο νόμος της ομοιότητας,ο οποίος θεωρείται στην ιατρική ως εκδήλωση ενός από τους θεμελιώδεις νόμους της φύσης, που είναι ο νόμος της ενότητας και της σύγκρουσης των αντιθέτων.

Αυτή η δομή της ομοιοπαθητικής ως επιστημονικού συστήματος αντικατοπτρίζεται στην παρ.3 οργάνου: «Αν ο γιατρός αντιληφθεί με σαφήνεια τι είναι στις αρρώστιες αυτό που πρέπει να θεραπευτεί ιδιαίτερα, σε κάθε περίπτωση αρρώστιας (διάγνωση αρρώστιας, ένδειξη), αν κατανοήσει σαφώς τι είναι στα φάρμακα, δηλ. σε κάθε φάρμακο ιδιαίτερα, αυτό που θεραπεύει (γνώση των δυνατοτήτων του φαρμάκου) κι αν ξέρει να προσαρμόζει τη θεραπευτική ικανότητα των φαρμάκων στην αναμφισβήτητα νοσηρή κατάσταση που διέγνωσε στον άρρωστο, έτσι ώστε να πρέπει να επακόλουθήσει ανάρρωση, κι αν ξέρει να προσαρμόζει τόσο από την άποψη της αναλογίας του πιο κατάλληλου για την περίπτωση φαρμάκου σύμφωνα με τον τρόπο επίδρασης του (εκλογή του θεραπευτικού μέσου,ενδεδειγμένο), όσο κι από την άποψη της ακριβώς απαιτούμενης παρασκευής και ποσότητας του (σωστή δόση) και του χρόνου επανάληψης της δόσης, κι αν τελικά γνωρίζει τα εμπόδια της ανάρρωσης σε κάθε περίπτωση και ξέρει να τα παραμερίζει για να είναι διαρκής η αποκατάσταση της, τότε ,γνωρίζει να ενεργεί ενδεδειγμένα και ριζικά και είνια ένας αληθινός θεραπευτής. »

Στην κλινική πρακτική ο γιατρός πάντα σχετίζεται με τη φυσική παθολογική κατάσταση και πριν ξεκινήσει τη θεραπεία είναι απαραίτητο να «..προσδιορίζει ακριβώς τι χρήζει θεραπείας στη συγκεκριμένη περίπτωση..», δηλ. πρέπει να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί – προσδιορίζει τη φυσική παθολογική κατάσταση γιατί μόνο σε αυτήν την περίπτωση ο γιατρός έχει αντικειμενικό κριτήριο για την επιλογή όμοιου θεραπευτικού μέσου. Τη φυσική παθολογική κατάσταση ο γιατρός την μελετάει άμεσα δίπλα στο κρεβάτι του ασθενή και περιγράφει με αντικειμενικές μεθόδους έρευνας τα διάφορα στάδια της ανάπτυξης της αρρώστιας, γιατί οποιαδήποτε παθολογική κατάσταση πάντα εκδηλώνεται  εξωτερικά με κάποια συγκεκριμένα συμπτώματα και αλλαγή των εσωτερικών φυσιολογικών παραμέτρων, που προσδιορίζονται με αντικειμενικές μεθόδους εξέτασης. Η αρρώστια ως νοσολογική μονάδα προσδιορίζεται από τυπικούς γι’αυτήν συνδυασμούς των κλινικών συμπτωμάτων, στη βάση των οποίων βρίσκονται αλλαγές των λειτουργιών και των μορφολογικών δομών. Η αρρώστια είναι κλινική ανατομική έννοια (3). Τις φυσικές παθολογικές καταστάσεις μελετά η γενική παθολογία, η οποία αποτελεί  θεμελιώδη επιστημονικό κλάδο για τη γενική ιατρική. Όλες οι γνωστές στις μέρες μας παθολογικές καταστάσεις περιγράφονται στη μορφή των νοσολογικών οντοτήτων ή συνδρόμων και αυτά αποτελούν τις δομικές μονάδες της ιατρικής επιστήμης. Δηλαδή είναι τα λιγότερα από ποσοτική και ποιοτική έννοια φαινόμενα, με τη δράση των οποίων παρατηρούνται οι νομοτέλειες που μελετάει ο συγκεκριμένος επιστημονικός κλάδος.

Κάθε επιστήμη για την αναγνώριση και ταυτοποίηση του αντικειμένου έρευνας έχει τη δική της μέθοδο, η οποία προσδιορίζει τη θέση της κάθε μεμονωμένης εφαρμοσμένης μεθόδου. Η μέθοδος της ιατρικής επιστήμης είναι η μέθοδος διάγνωσης που επιτρέπει την αναγνώριση  και ταυτοποίηση της κάθε φυσικής παθολογικής κατάστασης.

Ο όρος «διάγνωση» σημαίνει αναγνώριση, διάκριση και προσδιορισμό και χρησιμοποιείται  στην κλινική πρακτική με 2 έννοιες: α) διαδικασία της αναγνώρισης αρρώστιας (έρευνα) και  β) το παθολογικό φαινόμενο της αρρώστιας (όνομα αρρώστιας). Δηλαδή, με άλλα λόγια, ο γιατρός πρέπει όχι μόνο να αναγνωρίσει αλλά και να ταυτοποιήσει το παθολογικό φαινόμενο γιατί μόνο σε αυτή την περίπτωση έχει το αντικειμενικό κριτήριο για την επιλογή του ομοιοπαθητικού θεραπευτικού μέσου. Αν ο γιατρός δεν καταφέρει να κάνει σωστά τη διάγνωση δε θα καταφέρει να επιλέξει σωστά το ομοιοπαθητικό φάρμακο γιατί δε θα έχει το αντικειμενικό κριτήριο επιλογής του.

Για να πράξει το επαγγελματικό του χρέος, ο ομοιοπαθητικός γιατρός επίσης χρειάζεται «…να γνωρίζει τις ιαματικές ιδιότητες των διαφόρων φαρμάκων..». Οι ιαματικές ιδιότητες των θεραπευτικών ουσιών είναι δυνατό να αποκαλυφθούν μόνο με εμπειρικό τρόπο, γιατί η τεχνητή παθολογική κατάσταση σε αντίθεση με τη φυσική εκδηλώνεται μόνο σαν αποτέλεσμα διεξαγωγής πειράματος. Τα χαρακτηριστικά της τεχνητής παθολογικής κατάστασης προσδιορίζονται από τους όρους διεξαγωγής του πειράματος και για να γίνει  δυνατή η γενίκευση και συστηματοποίηση των λαμβανόμενων με εμπειρικό τρόπο δεδομένων αποκαλύπτοντας τους γενικούς κανόνες, το πείραμα πρέπει να εκτελείται με το συγκεκριμένο ίδιο σχήμα για όλα τα πειράματα. Συγκεκριμένα, το χρησιμοποιούμενο σχήμα του πειράματος ταυτοποιεί τις διάφορες εφαρμοσμένες μεθόδους στα πλαίσια ενός ενιαίου επιστημονικού συστήματος.

Στη βάση όλης της ομοιοπαθητικής ιατρικής βρίσκεται το πειραματικό σχήμα αποκάλυψης και έρευνας της τεχνητής παθολογικής κατάστασης που εκπονήθηκε από τον S.Hahnemann – τον θεμελιωτή της επιστήμης της ομοιοπαθητικής. Οι τεχνητές παθολογικές κατάστασεις που ανευρίσκονται ως αποτέλεσμα των πειραμάτων με τις θεραπευτικές ουσίες που διεξάγονται με το σχήμα του Χάνεμαν, παρουσιάζονται με τη μορφή της παθογένεσης των φαρμακευτικών ουσιών, τις οποίες μελετά η ομοιοπαθητική Materia Medica, που είναι συστατικό μέρος της ομοιοπαθητικής ιατρικής. Όλοι οι γενικοί κανόνες της ανάπτυξης της παθολογικής κατάστασης και οι ιδιαιτερότητες της θεραπείας, που περιγράφονται από την ομοιοπαθητική ιατρική ανευρίσκονται με την ανάλυση των τεχνητών παθολογικών καταστάσεων. Αυτές εμφανίζονται τόσο στη διάρκεια της ανεύρεσης των ιαματικών ιδιαιτεροτήτων των φαρμακευτικών ουσιών, που εκπονούνται σύμφωνα με το σχήμα του Χάνεμαν όσο και από τα αποτελέσματα χρήσης των θεραπευτικών μέσων στην κλινική πράξη.

Όταν χρησιμοποιείται διαφορετικό πειραματικό σχήμα η τεχνητή παθολογική κατάσταση πάντοτε έχει ποιοτικά διαφορετικά χαρακτηριστικά και η γενίκευση των χαρακτηριστικών αυτών οδηγεί στην ανεύρεση ποιοτικά διαφορετικών θεραπευτικών μεθόδων. Για παράδειγμα το σχήμα πειράματος που προτάθηκε από τον Ρέκβεκ οδήγησε στη δημιουργία της ομοιοπαθητικής ομοτοξικολογίας. Το σχήμα που χρησιμοποιήθηκε από τον Rudolf Steiner οδήγησε στην εμφάνιση της ανθρωποσοφικής ιατρικής κ.λ.π.

Οι διαφορετικές θεραπευτικές μέθοδοι έχουν διαφορετικές ενδείξεις και αντενδείξεις στη χρήση τους στην κλινική πρακτική. Από αυτό προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν οδηγούμενος από τους κανόνες ενός θεραπευτικού συστήματος  να ορίζεις φάρμακα που ανήκουν σε άλλο θεραπευτικό σύστημα. Ο γιατρός που αυτοαποκαλείται ομοιοπαθητικός και  ορίζει ως ομοιοπαθητικά  τα παρασκευάσματα της εταιρείας «Ηill»  (ομοτοξικολογία) και  «Weleda» (ανθρωποσοφική ιατρική),ή ισοπαθητικά παρασκευάσματα (ισοπαθητική ιατρική) κλπ  φανερώνει την αγραμματοσύνη του, γιατί αυτό εναντιώνεται στους κανόνες της επιστημονικής μεθοδολογίας. Με τέτοια λανθασμένη προσέγγιση η παθολογική κατάσταση πάντα επιβαρύνεται, αν και μερικά δευτερεύοντα αντιρροπιστικά συμπτώματα εξαφανίζονται.

Η παθογένεση της ομοιοπαθητικής φαρμακευτικής ουσίας παριστάνει  την τεχνητή παθολογική κατάσταση που παρατηρείται κατά τη διεξαγωγή του πειράματος, αλλά στην κλινική πρακτική ο ομοιοπαθητικός ιατρός δουλεύει με τη φυσική παθολογική κατάσταση. Επομένως και η τέλεια γνώση της παθογένεσης της φαρμακευτικής ουσίας είναι άχρηστη για την επιλογή του ομοίως δρώντος  ομοιοπαθητικού φαρμακευτικού μέσου, γιατί αν δεν έχει αποκαλυφθεί ακόμα η φυσική παθολογική κατάσταση, δηλαδή αν δεν έχει γίνει ακόμα η διάγνωση ο ομοιοπαθητικός ιατρός δεν έχει το αντικειμενικό κριτήριο για την επιλογή του simillium.

Ο τρίτος απαραίτητος όρος της επιτυχούς θεραπείας αναφέρεται στην παρ. 3 του Οργάνου «…κι αν ξέρει να προσαρμόζει τη θεραπευτική ικανότητα των φαρμάκων στην αναμφισβήτητα νοσηρή κατάσταση που διέγνωσε στον άρρωστο, έτσι ώστε να πρέπει να επακόλουθήσει ανάρρωση, κι αν ξέρει να προσαρμόζει τόσο από την άποψη της αναλογίας του πιο κατάλληλου για την περίπτωση φαρμάκου σύμφωνα με τον τρόπο επίδρασης του (εκλογή του θεραπευτικού μέσου,ενδεδειγμένο), όσο κι από την άποψη της ακριβώς απαιτούμενης παρασκευής και ποσότητας του (σωστή δόση) και του χρόνου επανάληψης της δόσης,… ». Για την ακριβή επιλογή του ομοιοπαθητικού φαρμακευτικού μέσου ο ομοιοπαθητικός ιατρός χρειάζεται να γνωρίζει πως να συσχετίσει την τεχνητή παθολογική κατάσταση που προκαλείται από το ομοιοπαθητικό φαρμακευτικό μέσο με τη δράση του στον υγιή άνθρωπο, με την φυσική παθολογική κατάσταση που χρειάζεται θεραπεία και να  ταυτοποιήσει το ενδεδειγμένο ομοιοπαθητικό φάρμακο.

Για τη σύγκριση των συμπτωμάτων της φυσικής και τεχνητής παθολογικής κατάστασης χρησιμοποιείται η λεγόμενη μέθοδος της ευρετηριολόγησης και τα κλινικά συγγράματα αναφοράς που προορίζονται για το σκοπό αυτό (ευρετηριολόγια). Μόνο η ευρετηριολόγηση επιτρέπει την ανεύρεση του ομοιοπαθητικού φαρμακευτικού μέσου που προκαλεί με τη δράση του την ίδια παθολογική κατάσταση που έχει ο ασθενής.

Κατόπιν, είναι απαραίτητη η ταυτοποίηση του ομοιοπαθητικού μέσου, δηλ. να επιβεβαιωθεί ότι  η φυσική αντιρροπιστική αντίδραση του οργανισμού τόσο στην υπάρχουσα παθολογική κατάσταση του ασθενή όσο και κατά την απόδειξη του φαρμάκου είναι ταυτόσημες. Γι’ αυτό το σκοπό χρησιμοποιούνται οι κλινικές Materia Medica.

Για την ανεύρεση του ομοίως δρώντως ομοιοπαθητικού φαρμακευτικού μέσου χρησιμοποιείται το ευρετηριολόγιο, αλλά για την ταυτοποίηση η κλινική Materia Medica. Από αυτό προκύπτει ότι χρησιμοποιώντας την ομοιοπαθητική Materia Medica δεν είναι δυνατόν να επιλέγεις σωστά το ομοίως δρον ομοιοπαθητικό φαρμακευτικό μέσο, γιατί αυτή προορίζεται για την ταυτοποίηση, αλλά αν δεν είναι γνωστή η ομάδα των ομοίως δρώντων φαρμάκων πως είναι δυνατή η ταυτοποίηση του simillium; Δεν είναι τυχαίο ότι το πρώτο ευρετηριολόγιο εμφανίστηκε μαζί με την πρώτη Materia Medica: «Fragmento ge viribus…» αποτελείτο από 2 κεφάλαια – το πρώτο ήταν ομοιοπαθητική Materia Medica και το δεύτερο ήταν το ευρετηριολόγιο.

Στην επόμενη φάση είναι απαραίτητο να προσδιορίζεις το μέγεθος της δυναμοποίησης του φαρμακευτικού μέσου δηλ.  να προδιορίζεις  «..την απαιτούμενη ποσότητα..». Στη διάρκεια της απόδειξης φαρμακευτικού μέσου, και μάλιστα στον ίδιο άνθρωπο, εκδηλώνονται διαφορετικές παθολογικές καταστάσεις εξαρτώμενες από το μέγεθος της δυναμοποίησης. Αυτόν τον κανόνα ανακάλυψε ο S.Hahnemann, αιτιολόγησε ο C.Hering, αλλά στην ολοκληρωμένη της μορφή, την μέθοδο υπολογισμού του μεγέθους της δυναμοποίησης παρουσίασε ο S.Boger. Μετά από τη λήψη του φαρμάκου όταν δεν έχει γίνει σωστή επιλογή του μεγέθους της δυναμοποίησης εξαφανίζονται μόνο μερικά συμπτώματα της υπάρχουσας παθολογικής κατάστασης και μόνο με τη σύσταση του φαρμάκου στη βέλτιστη δυναμοποίηση εξαφανίζονται όλα τα συμπτώματα της υπάρχουσας παθολογικής κατάστασης. Αυτή η ιδιότητα περιγράφεται στην παρ.277 του «Οργάνου»: «Πρέπει επίσης ένα φάρμακο του οποίου η επιλογή ειχε γίνει ομοιοπαθητικά εύστοχα, να είναι τόσο πιο πολύ θεραπευτικό, όσο πιο πολύ συγκλίνει η δόση του για ήπια βοήθεια στον κατάλληλο βαθμό ελαχιστότητας».

Στην κλινική πρακτική ο ομοιοπαθητικός γιατρός δεν κάνει επανάληψη της δόσης του ομοιοπαθητικού φαρμακευτικού μέσου όταν ακόμη μειώνονται και εξαφανίζονται τα συμπτώματα της υπάρχουσας παθολογικής κατάστασης. Αν τα συμπτώματα της παθολογικής κατάστασης σταματήσουν να μειώνονται, αλλά μέρος από αυτά έχει παραμείνει, τότε επαναλαμβάνεται η λήψη του ομοιοπαθητικού φαρμάκου μέχρι ότου να εξαφανιστούν  όλα τα συμπτώματα της παθολογικής κατάστασης, δηλ.  μέχρι να επέλθει ίαση. Υπονοείται ότι αν ο ομοιοπαθητικός ιατρός δεν έχει καταφέρει να βάλει σωστή διάγνωση,  τότε δε θα έχει το αντικειμενικό κριτήριο για τον έλεγχο της πορείας της θεραπείας.

Στο βιβλίο «Χρόνιες Παθήσεις» ο Hahnemann γράφει: «Ο γιατρός δε μπορεί να κάνει μεγαλύτερο λάθος από: πρώτον να θεωρήσει ως πολύ μικρές τις δόσεις που έχω μειώσει (παρακινούμενος από την εμπειρία) μετά από πολλές δοκιμές και που ενδείκνυνται με κάθε αντιψωρικό φάρμακο, δεύτερον να κάνει λάθος επιλογή του φαρμάκου και τρίτον να βιαστεί μην αφήνοντας κάθε δόση να δράσει στον πλήρη χρόνο της.»  Οποιοδήποτε από τα παραπάνω αναφερόμενα λάθη δεν επιτρέπει στον ομοιοπαθητικό ιατρό να επιφέρει ίαση στον ασθενή και για να μην επιτρέψει τέτοια λάθη στη δική του ιατρική πράξη είναι απαραίτητη η αντίληψη της ομοιοπαθητικής ιατρικής ως ολοκληρωμένου επιστημονικού συστήματος, αιτιολογημένου και αποδεδειγμένου, γιατί μόνο η γνώση της επιστημονικής μεθοδολογίας επιτρέπει στο γιατρό την συνειδητή χρήση των αποκτούμενων γνώσεων στη κλινική πράξη.

1.W.Boericke «Σύντομος οδηγός για την σπουδή των κανόνων της Ομοιοπαθητικής εκπονηθέντων από το Hahnemann και ελεγχθέντων στη διάρκεια των αιώνων από την κλινική πρακτική»

2. Μεγάλη Ιατρική Εγκυκλοπαίδεια 36ος τόμος

3.S.Hahnemann «Εμπειρία του νέου κανόνα για την ανεύρεση των ιαματικών ιδιαιτεροτήτων των φαρμακευτικών ουσιών με μερικές  άλλες όψεις για τους προηγούμενους κανόνες».

4.S.Ηahnemann «Εμπειρική Ιατρική»

5.S.Ηahnemann « Όργανον τη Θεραπευτικής Τέχνης» 5η έκδοση

6.S.Ηahnemann «Η ουσία τηε ομοιοπαθητικής θεραπευτικής τέχνης»

7.S.Ηahnemann  «Χρόνιες Παθήσεις»

8.C. Dunham «Ομοιοπαθητική –η επιστήμη για τη θεραπεία»

9.   V.M Zakharenkoff  «Η ομοιοπαθητική θεωρία της εξέλιξης της παθολογικής εξεργασίας»

10.   V.M Zakharenkoff   «Η τυποποίηση της διαγνωστικής και της θεραπείας στην ομοιοπαθητική πρακτική»

11.   V.M Zakharenkoff   «Η εδραίωση της Ομοιοπαθητικής ως επιστημονικό σύστημα»

12.   J.T. Kent  “Lectures on Homoeopathic Philosophy”

13.   J.G. Clarke “Constitutional Therapy”

14.   S.Close “Genius of Homeopathy”

15.   Κ.Ε.Tarasof «Η λογική και σημειωτική  της διάγνωσης»